(δε)κατα – καφές και λογοτεχνία
Τεύχος 72- χειμώνας 2022

Λούπινα και βαρύς γλυκός στο πατάρι του Λουμίδη

« Όταν παύει η φασαρία του κόσμου, διαβάζουν αλλιώς οι αισθήσεις»
Νικηφόρος Βρεττάκος

Μολονότι οι διωγμοί συνεχίζονται, η καταδίκη του Μπελογιάννη σε θανατική ποινή συνταράσσει την Αθήνα. Οι Αθηναίοι ανεξάρτητα που ανήκαν πολιτικά, πίστευαν ότι ήταν καιρός να σταματήσουν πια οι εκτελέσεις του Εμφυλίου . Στο πανεπιστήμιο ακολούθησαν και άλλοι διωγμοί καθηγητών. Επειδή τα οικονομικά της χώρας πηγαίνανε κατά διαόλου από τους δανεισμούς, το κράτος κατάφερε να μειώσει το δημόσιο χρέος αγοράζοντας χρυσές λίρες από την Αγγλία και την Αμερική, με την χρυσή λίρα να γίνει το επίσημο νόμισμα. Κανείς δεν εμπιστευόταν την δραχμή καθώς οι αγοροπωλησίες γινόντουσαν με αντάλλαγμα τις λίρες. Συχνά πηγαίναμε στα γνωστά στέκια.

Ένα από τα πιο αγαπημένα ήταν και το πατάρι του Λουμίδη, στην οδό Σταδίου, δίπλα στο βιβλιοπωλείο της Εστίας, από την στοά Νικολούδη. Μάζευε λογιών-λογιών διανοούμενους, δίνοντας ένα ιδιαίτερο στίγμα στη φυσιογνωμία της πνευματικής και καλλιτεχνικής Αθήνας. Εκεί μαζεύονταν όλο το καλλιτεχνικό , λογοτεχνικό και δημοσιογραφικό σινάφι αλλά και απλοί θαμώνες που έρχονταν μόνο από περιέργεια μήπως κλέψουν λίγο από την δόξα των υπολοίπων παρευρισκόμενων. Δεν ήταν καν ατμοσφαιρικό, ούτε είχε ιδιαίτερη διακόσμηση. Ανέβαινες την στριφτή μαρμάρινη σκάλα και αναλόγως την ώρα, πρωινή, μεσημεριανή ή βραδινή, συναντούσες δημοσιογράφους, φοιτητές και λογιών λογιών γραφιάδες, δικηγόρους και πολιτικούς.

Τα βράδια αργά, μαζεύονταν το καλλιτεχνικό σινάφι του θεάτρου και κινηματογράφου, συνθέτες και ποιητές, άνθρωποι του θεάματος που πήγαιναν για ένα μεζέ η το θεατρικό κοινό για ένα ποτό μετά την παράσταση. Τα τραπέζια είχαν διάταξη σε σχήμα πι, στα αριστερά συνήθιζαν να κάθονται ηθοποιοί, δημοσιογράφοι και θεατρώνες, στα δεξιά δικηγόροι και πολιτικοί ενώ στο βάθος προτιμούσαν να κάθονται οι συγγραφείς.

Στην παρέα μου, όταν κάποιος τύχαινε να γνωρίζει κανένα σημαίνον πρόσωπο, σηκωνόταν να τον χαιρετήσει κομπάζοντας. Πάνω στην έξαρση των νεανικών αμφισβητήσεων, ανάμεσα στους καπνούς και στο άρωμα του καφέ, η πένα κατέγραφε σκηνές από τον «Ματωμένο Γάμο», ή στίχους από το τέλος της γενιάς του 30 μέχρι να ξημερώσει η αυγή για την επόμενη επανάσταση. Το γκαρσόνι ο Τάκης, ένα καλοσυνάτο παιδί, τους γνώριζε όλους με το όνομά τους και ήξερε πως έπιναν τον καφέ. Εκεί ακουγόντουσαν όλα, πολιτικές συζητήσεις, σχόλια για άρθρα των εφημερίδων, νέα διατάγματα, ονόματα συλληφθέντων του κουκουέ, νέα κόμματα, νέες εκδόσεις, νέα έργα που ανέβαιναν στο θέατρο ή παιζόντουσαν στο σινεμά. Εκεί μπλεκόντουσαν οι φιλόδοξες νεανικές φωνές μαζί με τις παλαιές και έμπειρες, εκφράζοντας απόψεις και διαμαρτυρίες. Εκεί γινόντουσαν οι ωσμώσεις, γεννήθηκαν φιλίες, του Χατζιδάκι, του Γκάτσου, του Ελύτη, του Σεφέρη, του Εμπειρίκου του Σαχτούρη του Κατσαρού, του Μόραλη, και του Τσαρούχη, του ασυμβίβαστου Αργυράκη.

Οι τέχνες συνομιλούν ανάμεσα στις μυρωδιές του βαρύ γλυκού, του σιροπιαστού γαλακτομπούρεκου και της σεράνο, τους καπνούς από τα τσιγάρα, η ζωγραφική συναντιέται με την ποίηση, το θέατρο με τον κινηματογράφο, η μουσική με την μυθοπλασία ενώ παραδίπλα αναδιπλώνονται εφηβικές φιλοδοξίες, πολιτικές εκμυστηρεύσεις, κουτσομπολιά και ποιητικές αναπολήσεις. Οι εμπειρίες του πολέμου είχαν επίδραση και στην λογοτεχνία της εποχής. Από την δεκαετία του 40, οι ιστορικές αναφορές ήταν άπειρες ∙ «Άσμα ηρωικό και πένθιμο» του Ελύτη, «η Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου, «ο Μπολιβάρ» του Εγγονόπουλου, «Ο βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Καζαντζάκη, «τα ψάθινα καπέλα» της Λυμπεράκη, «το Contre temps» της Κρανάκη. Ακόμα και στην συντηρητική Λακωνία, είχε αναγνωριστεί το έργο σημαντικών προοδευτικών και πνευματικών ανθρώπων, του Γιάννη Ρίτσου, Νικηφόρου Βρεττάκου, Νίκου Πουλαντζά, Γιάννη Ρουμελιώτη. Επικρατούν συλλογικά βιώματα, η δημοτική αντί της καθαρεύουσας, μια γλώσσα λαϊκή κοντά στο λαό, το δημοτικό τραγούδι και η λαϊκή παράδοση.

Ναι, αυτός ήταν ο Ελύτης.

Κάθονταν στο διπλανό τραπέζι, ήμουν σίγουρος ότι ήταν αυτός… Τον παρακολουθούσα μέχρι που σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. Τον ακολούθησα, ήθελα να τον δω από κοντά, να περάσει από δίπλα, να τον ακουμπήσω, να μυρίσουμε τον ίδιο αέρα, έστω και του αποχωρητηρίου. Μόλις τον είδα να βγαίνει, τον χαιρετάω με θέρμη μιλώντας του με ενθουσιασμό για τα ποιήματά του.

Περίμενα να φύγουν όλοι από τη παρέα, και προσέχοντας να μην με δει ο Τάκης, και πριν προλάβει να μαζέψει τα φλιτζάνια, πήγα εκεί που καθόταν ο ποιητής, μάζεψα στα μουλωχτά μέσα σε μια χαρτοπετσέτα το φλιτζάνι του, και το χώνω βιαστικά στην τσάντα μου. Όταν πήγα σπίτι, το βάζω προσεκτικά σε ένα ράφι της κουζίνας –το εκθετήριο με τα κλοπιμαία, μαζί με τα’ άλλα άπλυτα φλιτζάνια και ποτήρια, από εκεί που έπιναν οι αγαπημένοι μου συγγραφείς ενώ από κάτω, σημείωνα σε μια ετικέτα ,το όνομα, την ημερομηνία και το μέρος της συνάντησης, μαζί με δυο-τρία στιχάκια τους. Σε μια κασετίνα από μαρόν γλασέ σε μπλε βελούδο, είχα τυλίξει προσεκτικά σε χάρτινες πετσέτες του καφενείου, τα αποτσίγαρα ή τα άδεια κουτιά τσιγάρων με σημειωμένα στιχάκια των συγγραφέων. Όποτε είχα ρεπό, πήγαινα και μόνος στο πατάρι, για να γράψω εμπνευσμένος από την αύρα του χώρου. Όποτε η κοινωνία σημάνει κίνδυνο, αγκιστρωνόμαστε από την παράδοση και τις ρίζες μας.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Λίνας Σόρογκα «Χρυσά λούπινα» εκδόσεις Καστανιώτη.