(δε)κατα – ταξίδια, πρόσωπα, κείμενα,τέχνες
Τεύχος 19- φθινόπωρο 2009

Η κούκλα που μιλάει

Από την συλλογή διηγημάτων «Μαυσωλείο παιχνιδιών», εκδόσεις Πλέθρον

Ροζ-γαλάζιες φωνούλες, γλυκά τιτιβίσματα στον καλοκαιρινό αέρα, καλωσόριζαν την ημέρα. Τα γέλια και τα ξεφωνητά έφταναν μέχρι κάτω στον μακρύ, ηλιοφώτιστο διάδρομο του νηπιαγωγείου στο ιδιωτικό σχολείο του Ψυχικού. Όμως η Ρόζα, η μικρούλα με τις ξανθοκάστανες μπούκλες, τα ζωηρά πράσινα μάτια και τα λακκάκια στα μάγουλα, ξεφώνιζε με τη σιωπή της.
Δέσμες φωτός, μεγεθυντικοί φακοί τηλεσκοπίου τα μάτια της, πότε προς τα παιδιά, πότε προς τη δασκάλα τα έστρεφε, εστιάζοντας με προσοχή περίσσια στο στόμα, στην κίνηση των χειλιών και της γλώσσας. Όμορφο, ψηλόλιγνο κορίτσι η Ροζούλα, περπατούσε καμαρωτά, πριγκιπικά, να κρύψει το πρόβλημα.
– Χει-ρο-κρο-τή-στε, παι-διά, τη Ρό-ζα, διάβαζε συλλαβιστά τα χείλη της κυρίας Τζούλης, που μίλαγε επίτηδες με γκριμάτσες, αργά αργά. Μάζεμα της γλώσσας στον ουρανίσκο, τράβηγμα των χειλιών στα άκρα, σε σχήμα χαμόγελου το στόμα – χι. Κόλλημα της γλώσσας στον ουρανίσκο με τρίξιμο, σε σχήμα όμικρον αυτή τη φορά το στόμα – ρο…
Στο τέλος το όνομά της, «Ρό-ζα». Χαμογέλασε με ικανοποίηση. Αυτό ήξερε να το διαβάζει καλά.
Το αυστηρό πρόσωπο της δασκάλας φωτίστηκε. Στην τάξη, έδειξε ένα προς ένα όλα τα σχέδια που είχαν ζωγραφίσει τα παιδιά, ξεχωρίζοντας το τελευταίο, της Ρόζας. Το καλύτερο. Μια κοκκινοσκουφίτσα ντυμένη στα μαύρα, με τα ακουστικά βαρηκοΐας στα αυτιά, να πετάει προς τον ουρανό.
Χαρούμενες φατσούλες ζητωκραύγαζαν ρυθμικά «Ρό-ζα, Ρό-ζα, Ρό-ζα». Παλάμες παιδικές ενώνονταν σε μια συνεχή κίνηση, πηδήματα στον αέρα. Σήμερα είχε περάσει καλά.
Δωρεά μεγάλη είχε κάνει ο πατέρας της στο σχολείο –όλη τη δαπάνη για το χτίσιμο της νέας πτέρυγας του γυμναστηρίου, μαζί με την κολυμβητική δεξαμενή εφτακοσίων πενήντα τετραγωνικών– για να τη δεχθούν σε ένα κανονικό σχολείο παρά την αναπηρία της. Ήταν θέμα γοήτρου για την οικογένεια.
Στα διαλείμματα συνήθως αποτραβιόταν στη μοναξιά της. Τα παιδιά δεν είχαν υπομονή να την παίξουν στα παιχνίδια τους. Κορόιδευαν τη συλλαβιστή, αργή, πολύ αργή, ομιλία της. Κούρνιαζε στο μικρό θρανίο –ζεστή, μητρική αγκαλιά– και γλένταγε με τη σιωπή της απορροφημένη στα βιβλία.
Οι φίλοι της την καλούσαν μέσα από τις βελούδινες ζωγραφιές. Το παρακαλετό νιαούρισμα της γάτας για λίγο γάλα, το ξέφρενο γάβγισμα του σκύλου που καλωσόριζε τον κύριό του, τα μητρικά βελάσματα της αγελάδας, το μελένιο κελάηδημα του αηδονιού, το κάλεσμα της νεράιδας να πετάξουν μαζί σε κόσμους μαγικούς, το χάδι της φωνής ενός παιδιού που της έλεγε «σ’ α-γα-πώ».
Μια κουστωδία από γιατρούς, παιδοψυχολόγους, νταντάδες, ειδικούς παιδαγωγούς κάθε λογής και δασκάλους ξένων γλωσσών, πιάνου, τένις, ιππασίας μπαινόβγαιναν στα πλέι-ρουμ στο σπίτι της στην Εκάλη. Στις διαταγές της! Εκείνη όμως δεν ήταν ευτυχισμένη.
Οι γονείς της δεν είχαν καιρό για τη Ρόζα. Απόντες από το σπίτι και τη ζωή της. Είχε και το πρόβλημα. Βάρος τούς ήταν. Το αισθανόταν. Λες και δεν ήταν παιδί τους. Ήθελε να κάνει κάτι για τη μαμά της. Να τη λυτρώσει… Να την κάνει να νιώσει υπερήφανη, όπως θα ήθελε πραγματικά να είναι η κόρη της…
Αν έπαιζε ξανά την ιστορία από την αρχή… Αν αυτή γινόταν μέλλουσα μαμά, με την κοιλίτσα της… Ήταν το αγαπημένο της παιχνίδι. Σήμερα όμως θα το έπαιζε αλλιώς…
Ένα βράδυ, καλοκαίρι, κατέβασε από το ράφι της βιβλιοθήκης του δωματίου της την πάνινη κούκλα που μιλούσε με τη βοήθεια μηχανισμού. Της φόρεσε τα ακουστικά βαρηκοΐας, όπως έκανε για αυτήν κάθε πρωί η νταντά της. Τράβηξε πάνω το σινιέ νυχτικό της, ασορτί με της μαμάς, μαζί με τη ροζ, δαντελένια φανέλα, και έκρυψε από κάτω την κούκλα της, στο μέρος της κοιλιάς. Έπειτα, με φουσκωμένη την κοιλιά, κατέβηκε τα σκαλιά για να πάει στην κουζίνα, στο ισόγειο. Άνοιξε το συρτάρι, άρπαξε ένα μεγάλο, κοφτερό μαχαίρι και το έμπηξε με δύναμη στο μέρος όπου έκρυβε την κούκλα.
Το μαχαίρι έβαλε μπροστά το μηχανισμό. «Μα-μά, μα-μά, μα-μά» – αργά στην αρχή, ύστερα με μια δαιμονισμένη επιμονή που σε ξεκούφαινε. Η κούκλα άρχισε να ανοιγοκλείνει τα μάτια.
Η Ρόζα τραβάει ανυπόμονα κάτω από το νυχτικό της την πληγωμένη κούκλα και τρέχει, κρατώντας με τεντωμένα χέρια τη σπονδή προς τη μαμά της.
Εκείνη ήταν ξαπλωμένη νωχελικά στη σεζλόνγκ, παρέα με δυο φίλες της, απολαμβάνοντας τη δροσιά του κήπου δίπλα στη φωτισμένη πισίνα.
– Μα-μά, η κού-κλα… μι-λά-ει, μι-λά-ει! Εί-ναι η Ρό-ζα που μι-λά-ει. Η Ρό-ζα μι-λά-ει! είπε με καμάρι, τονίζοντας με νόημα τη φράση.
Έπειτα σωριάστηκε στο πάτωμα, με την ξεκουρδισμένη κούκλα αγκαλιά. Το αίμα έτρεχε αργά πάνω στα μαρμάρινα πλακάκια της πισίνας. Μια λεπτή, κόκκινη γραμμή ανάβλυζε από το μέρος της κοιλιάς, λεκιάζοντας το λευκό, από οργάντζα νυχτικό της.