(δε)κατα -Ταξίδια, πρόσωπα, κείμενα, τέχνες
Τεύχος 22- καλοκαίρι 2010
Σκοτεινή μήτρα
Στο παλιό τριώροφο σπίτι στη Βοστώνη. Λίγο πιο μακριά απ’ το πανεπιστήμιο όπου φοιτούσα. Έμενα στο διαμέρισμα στο ισόγειο, σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο με έπιπλα εποχής, αρχοντικά. Βιβλιοθήκες παντού. Κι άλλα βιβλία σκορπισμένα κάτω, στο παρκέ, που έτριζε από τα χρόνια όταν περπατούσες. Σκαλιστοί άγγελοι, κρεμασμένοι από τα γύψινα στο ταβάνι κοντά στο παράθυρο, τους περαστικούς κοιτούσανε ειρωνικά.
Κοιτούσα επίμονα προς το μεγάλο, εξώστεγο παράθυρο. Ακόμα να ’ρθει.
Έφτασα στην πλαϊνή εξώπορτα. Την άνοιξα και την έκλεισα με την μπάρα βιαστικά.
Υπομονετικά περίμενα να έρθει απ’ το απέναντι παγκάκι στο πάρκο. Την είχα ξαναδεί. Τέσσερις, πέντε φορές θα ’τανε. Η καρδιά μου είχε βγει.
Μπήκα, μόλις. Μυρωδιές, από παλιά βιβλία, καμένα ξύλα, δυνατό εσπρέσο, κέδρο, Dior No 5, με καλωσόρισαν. Εξουθενωμένη, άφησα το σάκο με τα βιβλία να πέσει στο πάτωμα βαρύς. Σαν να έλειπα αιώνες.
Δεν είχα πάει πουθενά. Καρφωμένος εκεί, στο παγκάκι, από το μεσημέρι. Τάιζα τα περιστέρια, μ’ ένα μπουκάλι ρούμι στο χέρι. Ήταν ακόμα μέρα.
Η μέρα φεύγει. Φθινόπωρο. Ένα μαβί παράξενο ο ουρανός. Της φύσης καμώματα. Ψιλόβροχο στην άσφαλτο, στο παγκάκι, στο πάρκο, στην καρδιά. Τα σάπια φύλλα του πάρκου –πάπλωμα της γης– σκεπάζουν τα μελλούμενα.
Κρύφτηκα μέσα στον βυσσινί καναπέ, βούλιαξα στα μαξιλάρια. Λίγο λευκό κρασί Chardonnay σ’ ένα ποτήρι κολονάτο που βρήκα στο τραπέζι, και δίπλα το πακέτο με τη σαλάτα σολωμού. Πάνω στην ξύλινη, σκαλιστή επιφάνεια, πεταμένα διάφορα. Βιβλία λογοτεχνίας και ποίησης, χαρτιά με σημειώσεις, λογιών λογιών, ένα billet doux1 από τον Όσκαρ με ερωτόλογα, μολύβια, καλλυντικά, κηροπήγιο και δυο ποτήρια με λίγο κόκκινο κρασί που είχαν απομείνει ξεχασμένα από το βράδυ. Ένα στρώμα με υπόστρωμα στη γωνία, σκεπασμένο με ένα πάπλωμα ινδικό, και μαξιλάρια κεντητά με περιμένανε.
Περίμενα. Μόλις τη δω, θα της συστηθώ. Είμαι ο… Τι σημασία έχει πώς με λένε; Ένας ξένος από το Πόρτο Ρίκο είμαι. Λίγα γράμματα. Γονείς δεν γνώρισα ποτέ. Ένας θείος μου με μεγάλωσε. Με ανταλλάγματα. Με έβαζε και πούλαγα ηρωίνη σε νάιτ-κλαμπ. Έκανε κι αυτός. Στο σπίτι μάζευε τους φίλους του για χαρτιά. Μ’ είχαν κακοποιήσει από μικρό και έσπαγαν πλάκα. Ύστερα το ’σκασα για την Αμερική. Βαποράκι. Περιστασιακά.
Συνέχεια η σκέψη μου στον Όσκαρ. To Μπολερό του Ραβέλ. Έπαιζε και ξανάπαιζε. Από χθες, όταν κάναμε έρωτα.
Τα κούτσουρα στάχτη. Σηκώθηκα και έβαλα κάνα δυο ακόμα στο περίτεχνο μαρμάρινο τζάκι. Τα άναψα.
Έσβησα το τσιγάρο. Δούλευα για το μεροκάματο. Ό,τι να ’τανε. Έπλενα τζάμια σε γραφεία, έκανα το λαντζέρη σε φαστφουντάδικα, τον πιτσαδόρο. Με διώχνανε. Έπινα.
Να πιω δεν ήθελα άλλο. Το καλοριφέρ στο φουλ. Μου αρέσει να περιφέρομαι γυμνή, με το γαλάζιο πουκάμισο του Όσκαρ και μ’ ένα κιλοτάκι. Το φεγγάρι σεργιανούσε έξω από το παράθυρο.
Μέσα από το παράθυρο, την έβλεπα να αλλάζει. Νταλαβέρι δεν έχω με γυναίκες. Ούτε με παρέες.
Κοινωνικός, μποέμ, λονδρέζικης καταγωγής, από τζάκι ο Όσκαρ, καθηγητής λατινικών. Από χόμπι. Μάτια μπλε-γκρίζα, φευγάτα, κάπως κοντά το ένα με το άλλο, κοιτούν παντού και πουθενά. Χείλη κερασένια, που έχουν αγαπήσει κι αγαπηθεί. Αφηρημένος, περπάτημα συχνά αδέξιο, ντύσιμο ατημέλητο, φιλόλογου εστέτ.
Ένας «connaisseur». Γαλλική κουζίνα, κυνήγι, κρασί, σινεφίλ, βιβλιοφάγος. Οδηγούσε αεροπλάνο – ένα Piper διθέσιο. Για να μη χάνουμε τίποτα. Ταινίες τέχνης, συναυλίες, εγκαίνια, μουσεία, γεγονότα στο Μανχάταν, στην Ουάσιγκτον, στο Λος Άντζελες. Και στην Αθήνα. Είχε έρθει με το Piper μια φορά.
Συνέχεια. Έριχνε με το τουλούμι. Έξω, ψυχή. Καθημερινή, κι ο κόσμος μαζευόταν. Είχα γίνει μούσκεμα. Δεν ήθελα να την πειράξω, αυτή με προκάλεσε.
Πρόκληση ήταν για τον Όσκαρ. Τα αρχαία και οι Ελληνίδες. «My antiquity» με φώναζε. Ήμουν καλά μαζί του.
Δεν ήμουνα καλά. Όλα γύριζαν. Η ανάσα μου βαριά από το αλκοόλ και την επιθυμία. Όταν χαμήλωσε το φως, σηκώθηκα και πλησίασα το παράθυρο. Τα μάτια μου καρφωμένα στα μπούτια της. Τραβήχτηκα στο πλάι του παραθύρου. Με βήματα ελαφριά.
Βαριά έπεσα για ύπνο. Αύριο με περίμενε μια δύσκολη μέρα στο πανεπιστήμιο. Δώδεκα παρά κάτι.
Δώδεκα, περασμένες. Περίμενα λίγο μέχρι να κοιμηθεί. Άφησα το άδειο μπουκάλι ρούμι κάτω στο κόκκινο πλακόστρωτο. Είχα ανάψει.
Κρύωνα. Το τζάκι είχε σβήσει ξανά. Κουλουριάστηκα κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Να ονειρεύομαι τον Όσκαρ αγκαλιά, στο πάτωμα, κάτω.
Πάνω, στο πρεβάζι του παραθύρου καθισμένος. Όταν ησύχασε, πήδηξα μέσα. Την πλησίασα που κοιμόταν και της όρμησα.
Ακίνητη έμεινα. Από την τρομάρα. Την ανάσα του ένιωσα βαριά στο πρόσωπό μου. Μύριζε ρούμι. Όνειρο; Ο Όσκαρ να είναι; Πώς μπήκε έτσι ξαφνικά; Είχε πιει;
Είχα πιει. Όλη την μπουκάλα. Τράβηξα τα σκεπάσματα. Της έσκισα το πουκάμισο. Άνοιξα το φερμουάρ. Δεν φόραγα σλιπ. Ένιωσα το κορμί της καυτό. Έβραζα.
Πάγωσα. Δεν ήταν ο Όσκαρ. Κανένας ξένος, κλέφτης; Πώς μπήκε; Η καρδιά μου σταμάτησε. Φώναξα.
Άφωνη. Της έκλεισα το στόμα με την παλάμη. Βίαια.
Με ψυχραιμία! Να μαζέψω το μυαλό μου. Τι κάνουν τώρα; Τέντωσα το χέρι ν’ ανάψω τη λάμπα. Τον είδα στο φως. Ξένος. Καμιά τριανταριά. Είχε μια αγριάδα. Κατσαρά, μαύρα μαλλιά, λιγδωμένα, σκαμμένο πρόσωπο. Ψυχραιμία.
Τα ’χασα που άναψε το φως. Τράβηξα το χέρι μου από το στόμα της. Άλαλος.
Του μίλησα. Θέλεις να γνωριστούμε, να βγούμε έξω, αύριο; Έλα, αφού σ’ αρέσω, δεν σ’ αρέσω; Έλα αύριο να με βρεις, την ίδια ώρα. Χτύπησέ μου την πόρτα. Φύγε τώρα. Αύριο ξυπνάω νωρίς και τα μάτια μου κλείνουν.
Με γουρλωμένα μάτια την κοίταξα απορημένος. Σαλεμένη θα είναι. Ήθελε να με γνωρίσει ή μπλοφάριζε; Δεν ήξερα τι να κάνω. Τι να σκεφτώ. Έχανα χρόνο.
Βρήκα ευκαιρία και του τράβηξα μια γονατιά στο πέος. Ύστερα τον άφησα να φύγει.
Το κράτησα βογκώντας. Μόλις που άντεχα να σηκωθώ και να φύγω. Σκρόφα! Έβγαλα σουγιά στο πρόσωπό της.
Το πρόσωπό μου. Μάτωσε. Με αστραπιαία κίνηση γύρισα στο πλάι. Με βρήκε ξυστά στο μάγουλο. Το σεντόνι έπεσε στο πάτωμα.
Στο πάτωμα ο σουγιάς. Έντρομος. Έτρεξα προς το παράθυρο. Τρέκλιζα. Ξέχασα να πάρω το μαχαίρι. Δεν πρόλαβα.
Πρόλαβα και τον είδα στο φως. Ένας αίλουρος, βρωμερός, μ’ ένα φθαρμένο τζιν, το πουλί του να κρέμεται από το ανοιχτό φερμουάρ. Μαύρο μπουφάν και λασπωμένα σνίκερ. Παραπάτησε.
Παραπάτησα προσπαθώντας να πηδήξω απ’ το πρεβάζι. Το άδειο μπουκάλι ρούμι κατρακύλησε με θόρυβο στο πλακόστρωτο. Ύστερα έτρεξα. Με όση δύναμη είχα. Απέναντι. Στο πάρκο με τα σφεντάμια. Τράβηξα μέσα για να σωθώ. Δεν πρόλαβα. Η νύχτα με κατάπιε σαν τη μήτρα, μέσα της βαθιά.
2 Αρχαίο μου κειμήλιο.